αμαυρός.

αμαυρός.
ά , όν
1) тёмный, тусклый; неясный, нечёткий; 2) перен. тёмный, предосудительный;

τό παρελθόν του έχει πολλά αμαυρά σημεία — в его прошлом много тёмных пятен


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "αμαυρός." в других словарях:

  • αμαυρός — ἀμαυρός, ά, όν (AM) θαμπός, σκοτεινός μσν. (το ουδέτερο ως επίρρημα) ἀμαυρόν αδύναμα, εξασθενημένα αρχ. 1. αυτός που φαίνεται με δυσκολία, θαμπός, αμυδρός, σκιώδης 2. αυτός που φέγγει θαμπά, σκοτεινός, θαμπός 3. αυτός που δεν έχει φως, άφεγγος,… …   Dictionary of Greek

  • ἀμαυρός — dark masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμαυρός — ή, ό επίρρ. ά 1. σκοτεινός, μελανός: Το παρελθόν του είναι αμαυρό. 2. ασαφής, αμυδρός: Για το όλο θέμα είχε πολύ αμαυρή ιδέα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμαυρά — ἀμαυρός dark neut nom/voc/acc pl ἀμαυρά̱ , ἀμαυρός dark fem nom/voc/acc dual ἀμαυρά̱ , ἀμαυρός dark fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυρότερον — ἀμαυρός dark adverbial comp ἀμαυρός dark masc acc comp sg ἀμαυρός dark neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυροτάτων — ἀμαυρός dark fem gen superl pl ἀμαυρός dark masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυροτέραις — ἀμαυρός dark fem dat comp pl ἀμαυροτέρᾱͅς , ἀμαυρός dark fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυροτέρων — ἀμαυρός dark fem gen comp pl ἀμαυρός dark masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυροτέρως — ἀμαυρός dark adverbial comp ἀμαυρός dark masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυρῶν — ἀμαυρός dark fem gen pl ἀμαυρός dark masc/neut gen pl ἀμαυρόω make dim pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀμαυρόω make dim pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀμαυρόω make dim pres part act masc nom sg ἀμαυρόω make dim pres inf …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυρόν — ἀμαυρός dark masc acc sg ἀμαυρός dark neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»